Σε λέω Σπαρτιάτη – πές με Θεσπιέα

Απάντηση
Άβαταρ μέλους
marinos79
Γυμνάσιο
Γυμνάσιο
Δημοσιεύσεις: 856
Εγγραφή: πριν από 5 χρόνια
Τοποθεσία: Βύρωνας - Αττική.
Has thanked: 164 times
Been thanked: 607 times
Ηλικία: 57

Σε λέω Σπαρτιάτη – πές με Θεσπιέα

Δημοσίευση από marinos79 » πριν από 4 χρόνια

Σε λέω Σπαρτιάτη – πές με Θεσπιέα

« πολλοί μέν άνθρωποι είεν ολίγοι δέ άνδρες »
Ηρόδοτος: Ιστορία Ζ 10.

Οι σύντροφοι κουβαλάγανε τους νεκρούς στρατιώτες πάνω στην ασπίδα, όταν το πεδίο της μάχης ήτανε κοντά στην Σπάρτη. Αν ήτανε μακριά, βάζανε πάνω στην ασπίδα την στάμνα με τα οστά του νεκρού.
Μετά από κάθε εκστρατεία, πρώτες στην πόλη μπαίνανε αυτές οι ασπίδες και μετά ο βασιλιάς και οι ζωντανοί που πάντα ήτανε νικητές. Νικημένος Σπαρτιάτης δεν γύριζε ποτέ πίσω. Ήτανε νόμος.
«Η κατάσταση είναι ξεκάθαρη. Θα πεθάνουμε: Το μόνο, που μπορούμε να κάνουμε, είναι να πεθάνουμε σαν Σπαρτιάτες», είπε ο Λεωνίδας στον παιδικό του φίλο Καλλίπατρη, που ενώ κάποτε διοικούσε χίλιους πολεμιστές, στην εκστρατεία αυτή είχε μόνο δέκα να διοικήση.
Ο Καλλίπατρης ήτανε ήρεμος. Ήξερε ότι στις περιστάσεις αυτές κάθε άνδρας του μέτραγε για εκατό. Πάλι χίλιους λοιπόν διοικούσε, άρα το ίδιο.

( Στο στρατόπεδο των Περσών )
«Μεγάλε και πολυχρονεμένε μου βασιλιά, είπε ο στρατηγός με τον πορτοκαλί χρυσοκέντητο χιτώνα, τα μακριά κατσαρά μαλλιά και γένεια, καθώς έκανε μια βαθειά μετάνοια μπροστά στον θρόνο. Δώσε μου την άδεια να διατάξω τους – αθανάτους- μου να πετσοκόψουνε αυτούς τους μπλοφαδόρους εκεί απέναντι. Δεν αντέχω άλλο, πολυχρονεμένε μου αφέντη. Μας προκαλούνε συνεχώς. Μας κοροϊδεύουνε. Συνέχεια κάνουνε γυμναστικές ασκήσεις, λες και εμείς είμαστε προσκυνητές σε πανηγύρι κάποιου θεού τους. Δώστε μου την άδεια να αρχίσω την μάχη, να ξεμπερδεύουμε. Σε ικετεύω!»
«Όχι φώναξε ο βασιλιάς. Η φωνή του βγήκε τσιριχτή και υστερικιά. Δεν θέλω μάχες! Θέλω να τους κάνω να παραδοθούνε, μόνο με τον όγκο του στρατού μου. Θέλω να τους κάνω να με παρακαλέσουνε να τους χαρίσω τη ζωή. Είμαι ή δεν είμαι βασιλιάς των βασιλιάδων;»
Αυτά είπε το λιγνό ανθρωπάκι με την καμπουρωτή μύτη, τα μαύρα μάτια και τα βρώμικα δόντια.
«Να μη με λένε Ξέρξη, αν δεν τον κάνω αυτόν τον βασιλιά τους να με προσκυνήση φιλώντας μου τα σαντάλια και παρακαλώντας να του χαρίσω τη ζωή.»
Στην πραγματικότητα ο μεγάλος βασιλιάς θυμότανε τι είχανε πάθει πριν δέκα χρόνια οι δικοί του στον Μαραθώνα και με τη φόβο άκουγε τις ιστορήσεις των παλιών, και ήθελε με κάθε τρόπο να αποφύγη την μάχη σώμα μα σώμα, που οι δικοί του ούτε μπορούσανε να τα βγάλουνε πέρα, ούτε να χάση το γόητρό του πάλι το περσικό στράτευμα. Φοβότανε πολύ, άλλα τόσα χρόνια τώρα ο πρωθυπουργός του ο Μαρδοχαίος – Μαρδόνιος και η γυναίκα του η Εσθήρ, τον είχαν πείσει ότι οι Έλληνες είναι απ’ αυτούς που προσκυνάνε!
« Πρίγκιπα στρατηγέ, στην σκηνή μου θα ξαναπατήσης μόνο για να μου πης ότι ήρθανε Έλληνες πρέσβεις και ζητάνε να μου παραδώσουνε γήν τε καί ύδωρ.»
« Εντάξει πολυχρονεμένε μου λέοντα της ανδρείας », είπε ο πρίγκιπας στρατηγός και φίλησε το πολύχρωμο χαλί, που ήτανε απλωμένο μπροστά στον ψηλό θρόνο.

Οι μέρες περνάγανε και οι Έλληνες όχι μόνο δεν στέλνανε πρέσβεις με χώμα και νερό, αλλά αντίθετα ερχόντανε οι ίδιοι σχεδόν μέχρι τις περσικές γραμμές κάνοντας ψεύτικες επιθέσεις, που δεν ήτανε άλλο από γυμνάσια ακριβείας.
Τρέχανε όλοι εμπρός. Σταματάγανε ξαφνικά. Κάνανε μερικά βήματα πίσω, χωρίς να στρέψουν τις πλάτες τους και ξανά μπροστά. Φτάνανε τόσο κοντά που αν πετάγανε τα μακριά ακόντιά τους, θα καρφώνανε τους πρώτους – αθανάτους -.
Όσοι από τους συντρόφους τους είχανε κλείσει την σειρά τους στις ασκήσεις κολυμπάγανε την ίδια ώρα στην θάλασσα. Άλλοι πάλι γυαλίζανε τα όπλα τους με άμμο, τις ασπίδες και τα κράνη τους που γυαλίζανε στον ήλιο και στραβώνανε τους έκπληκτους Μήδους…
Το ηθικό του περσικού στρατού άρχισε με την αναμονή να πέφτη. Ξεσπάσανε καυγάδες μεταξύ των διαφόρων εθνοτήτων.
Την τέταρτη μέρα ο μεγάλος βασιλιάς κάλεσε τον πρίγκιπα στρατηγό.
« Αύριο πρωί, του είπε με πικραμένη φωνή, δώσε τους ένα μάθημα. Πρόσεξε όμως, θέλω να τελειώνουμε γρήγορα και μια και έξω. Το μεσημέρι να έχετε τελειώση. Θα φάμε μαζί.»
« Ευχαριστώ, αφέντη μου φωτισμένε. Έννοια σου και εγώ θα τους δώσω ένα γερό μάθημα, που θα το διηγούνται τρεις χιλιάδες χρόνια…

Από την αυγή άρχισε η παράταξη στους Μήδους. Φάνηκε ότι θα γινότανε επίθεση.
Ο Λεωνίδας κάλεσε τους αξιωματικούς, τους Σπαρτιάτες και τους συμμάχους.
« Όπως βλέπετε ετοιμάζουν επίθεση. Δεν υπάρχει αμφιβολία. Επειδή το μέρος είναι στενό και δεν χωράμε όλοι θα χωριστούμε σε τμήματα. Θα πολεμάμε εκ περιτροπής. Όταν το πρώτο τμήμα θα κουραστή θα έλθη μπροστά το δεύτερο. Στην αρχή θα υποχωρήσουμε, να τους ξεγελάσουμε να μπούνε μέσα στο στενό. Εκεί τέσσερεις άνδρες το κλείνουν και μπορούν να φρενάρουν μόνοι τους ένα τάγμα. Οι Πέρσες θα περιμένουν ουρά για να τους σφάξουμε. Μην τους λυπάστε. Πετσοκόψτε τους. Μόνο όταν στομώνουν τα όπλα σας ή πιάνονται τα χέρια σας από την σφαγή, τότε, πίσω για να πάρουν οι άλλοι σειρά.»

« Βασιλιά μας, ήρθανε πρέσβεις. Θέλουν να σου μιλήσουνε.»
« Φέρτε τους μπροστά μου. »

Οι Μήδοι πρέσβεις ξεπεζέψανε και βουβοί σταθήκανε μπροστά στον Λεωνίδα.

Αυτός είναι λοιπόν! Σκέφτηκε ο Μιτζιθράτης από τα Σούσα. Ούτε χρυσάφια, ούτε πολύχρωμο χιτώνα, ούτε περμανάντ στα γένεια και στα μαλλιά του, ούτε τίποτα!
Μα αυτός δεν μοιάζει με βασιλιά, έκανε την σκέψη ο Αρταβάκης. Ούτε δακτυλίδια φοράει, ούτε σε θρόνο κάθεται. Στέκεται γυμνός και οπλισμένος απέναντί μας, τέτοια σοβαρή ματιά δεν έχω ξαναδεί, αλλά και μήπως έχω ξαναδεί τέτοιο σώμα – τι λέω, όλοι γύρω έτσι είναι, τι τρώνε;
Ο τρίτος, ο Βαράβαζος, ήτανε ανώτερος αξιωματικός. Έκανε τον πρέσβυ, για να δή λεπτομέρειες μέσα στις ελληνικές γραμμές. – Τοξότες δεν έχουνε ούτε έναν. Οι ασπίδες τους είναι τρείς φορές πιο μεγάλες από τις δικές μας. Τα δόρατά τους δυό φορές πιο μακριά και φτιαγμένα από σιδερόξυλο. Φοράνε βαριά κράνη. Να και ο Λεωνίδας! Σκέτος θεός. Το θέαμά του είναι φοβερό. Ο κόκκινος θύσανος της περικεφαλαίας του, σημάδι του αξιώματός του, του δίνει κάτι χαρούμενο, αλλά τα χάλκινα κομμάτια που κατεβαίνουν χαμηλά στις παρειές και σκεπάζουν την μύτη, αφήνοντας δύο τρύπες για τα μάτια, τον κάνουν φοβερό. Άμ τα μπράτσα του! Και η σπάθα του στο αριστερό του πλευρό μέσα στο βαρύ θηκάρι της καθώς κρέμεται από το πέτσινο τελαμώνα της. Θεέ μου, μια σπαθιά και σ’ έσκισε από το κεφάλι μέχρι τον αφαλό.
« Εκλαμπρότατοι πρέσβεις, ψιθύρισε ο Βαράβαζος στους συναδέλφους του, πέστε τα γρήγορα, να φύγουμε, να γυρίσουμε πίσω, θα λιποθυμήσω.
Αρχίνα Μιτζιθράτη.»
« Λεωνίδα, βασιλέα της γενναιότατης Σπάρτης. ( ένας Θηβαίος διερμηνέας μετέφραζε ). Ο κύριός μας, ο βασιλέας των βασιλέων, μας έστειλε να σου πούμε ότι θέλει να σε κάνη μοναδικό βασιλιά της Ελλάδος, της ενωμένης Ελλάδος, που τόσο ονειρεύτηκες. Πες στους άνδρες σου να μαζέψουνε τα όπλα τους και να τα παραδώσουνε στον βασιλέα των βασιλέων.»
Ο διερμηνέας ξεροκατάπιε πιο μπροστά και μετέφρασε το τελευταίο κομμάτι, ελπίζοντας ότι θα δεχότανε ο Λεωνίδας την καταπληκτική πρόταση του Ξέρξη, θυμότανε τι έπαθαν πριν χρόνια οι προσκυνημένοι διερμηνείς.- Ερμηνέα γάρ όντα συλλαβών διά ψηφίσματος απέκτηνε, ότι φωνήν Ελληνίδα βαρβάρους προστάγμασιν ετόλμησε χρήσαι.
Γύρω – γύρω οι στρατιώτες κάνανε τις μικροδουλειές τους αδιάφοροι. Λες και από την απάντηση του βασιλιά τους να μην εξαρτιόταν τίποτα. Ή μάλλον ξέρανε την απάντησή του από πιο μπροστά.
Οι πρέσβεις βουβοί παρακολουθούσανε τον Θηβαίο διερμηνέα που μετέφραζε το επίμαχο κομμάτι από την πρόταση του βασιλιά τους. Να παραδώσουν τα όπλα. Όταν τελείωσε ο διερμηνέας, ο Λεωνίδας χωρίς να βασανίση το μυαλό του, χωρίς να σκεφτή, χωρίς να κομπιάση , χωρίς καμία γκριμάτσα στο μέρος του προσώπου του, που δεν κάλυπτε το κράνος, πίεσε τα χίλια του μεταξύ τους για να σχηματίση ένα μι, μετά τα σούφρωσε φτιάχνοντας ένα ο, μετά κόλλησε την γλώσσα του στον ουρανίσκο, λέγοντας ένα λάμδα, συγχρόνως άνοιξε το στόμα του βγάζοντας ένα μεγάλο ο και φύσηξε την μύτη του φτιάχνοντας ένα νι. Συνέχισε με μια ακόμη λέξη και αυτό ήτανε όλο, δυό λεξούλες : Μολών λαβέ !
« Έλα να τα πάρης », μετέφρασε ο διερμηνέας.
Οι Πέρσες πρέσβεις βουβάθηκαν. Γύρω τους οι Σπαρτιάτες συνέχιζαν τις μικροδουλειές τους, σαν να μην έτρεχε τίποτα. Ξανακαβαλήσανε τ’ άλογά τους και γυρίσανε στον μεγάλο βασιλέα. Ο Λεωνίδας μάζεψε τους αρχηγούς των συμμάχων. Εκεί υπήρχανε Λοκροί, Φωκείς, άνδρες από την Φθιώτιδα, λίγοι Ακαρνάνες, καμιά εφτακοσαριά Θεσπιείς και τετρακόσιοι Θηβαίοι. Κάπου τέσσερεις χιλιάδες άνδρες, και οι τριακόσιοι Σπαρτιάτες της προσωπικής φρουράς του Λεωνίδα, που ο ίδιος διάλεξε μεταξύ εκείνων που είχαν γιούς, ώστε να μην μείνει το σπίτι τους χωρίς διάδοχο, κατά τα λακωνικά ήθη.
Στην άλλη μεριά μιλιούνια!...

Ξημερώνει η 14η του μηνός Εκατομβαιώνος του πρώτου έτους της 75ης ολυμπιάδος, μόλις βγήκε ο ήλιος απ’ τα βουνά της Εύβοιας, όλοι τρέξανε στην θάλασσα εκτός από τους φρουρούς και κολυμπήσανε στα δροσερά σεπτεμβριάτικα νερά του Μαλιακού, σαν χαρούμενα παιδιά.
Όταν βγήκανε έξω και τους στέγνωσαν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου, χτενίστηκαν και αλειφθήκαν με λάδι. Οι δούλοι φέρανε τα σενιαρισμένα και καλογυαλισμένα όπλα. Όλοι καμαρώνανε τους εαυτούς τους. Η ομορφιά τους ακτινοβόλαγε.
Όταν είσαι καθαρός περιποιημένος και καλοχτενισμένος γίνεσαι πιο γενναίος, σκέφθηκε ο Δημόφιλος. Οι Σπαρτιάτες κάτι ξέρουνε από τέτοια.
Οι σύμμαχοι φεύγοντας το βράδυ είχαν αφήσει ποσότητες ροδόμελης και ξυδιού. Οι δούλοι φτιάξανε το πρόγευμα. Ψωμί και ροδόμελη για τους Θεσπιείς και ξύδι για τους Σπαρτιάτες. Γύρω – γύρω όλοι καθισμένοι κατάχαμα. Ο Λεωνίδας έβαλε στα δεξιά του τον Δημόφιλο.
« Άνδρες, είπε με τη βαριά φωνή του. Ας μη φάμε πολύ και βαρύνουμε το στομάχι μας. Το βράδυ θα μπορέσουμε να φάμε πλουσιοπάροχα στα ανάκτορα του Πλούτωνα.»
Στην απέναντι μεριά ξεσηκώθηκε κουρνιαχτός. Πυκνά σύννεφα η σκόνη. Διάφορες βαρβαρικές γλώσσες, τρουμπέτες, οχλοβοή, αταξία. Οι Πέρσες έρχονται.
« Να τους προϋπαντήσουμε » διέταξε ο Λεωνίδας.
Μπροστά οι Σπαρτιάτες, πίσω οι Θεσπιείς. Η παράταξη ήτανε φαρδιά. όταν φθάσανε στο στενό, στένεψε και περάσανε με τάξη σε τετράδες. Όλοι με βήμα, τα ακόντια οριζόντια στο δεξί. Η ασπίδα κάθετη στο αριστερό. Το κράνος κατεβασμένο χαμηλά…
Ο παιάνας αντήχησε, τα λαρύγγια δονήθηκαν, οι πλαγιές του Καλλίδρομου αντιβούηξαν. Μόλις περνάγανε το στενό, η παράταξη άνοιγε πάλι και πλάταινε. Η τάξη επικρατούσε πέρα για πέρα. Οι καρδιές των Θεσπιαίων χτυπάγανε δυνατά. Τώρα σύμφωνα με το σχέδιο μπήκανε κι αυτοί πλάϊ στους Σπαρτιάτες δεξιά κι αριστερά τους.
Τι μεγάλη τιμή, σκέφθηκε ο Δίανδρος, ο εικοσάχρονος Θεσπιέας. Βαδίζω πλάϊ σε Σπαρτιάτη, που οι νόμοι του, του απαγορεύουνε να φύγη, ενώ εγώ κάθομαι εδώ επειδή το θέλω. Καμαρώνει και παρακολουθεί τον συμμαχητή του, γυρίζοντας του κεφάλι του δεξιά, και τον καμαρώνει. Αυτός κυττάει μόνο μπροστά και τραγουδάει με όλη του την δύναμη.
Ο παιάνας είναι κοινός, αλλά η διάλεκτός τους είναι αλλιώτικη: το η το λένε α. Ας τραγουδήσω κι εγώ έτσι, δεν είναι δύσκολο. Μόνο τότε γυρίζει ο γέρος Σπαρτιάτης και τον κυττάει. Ένα χαμόγελο μόλις φαίνεται από τις τρύπες των ματιών του κράνους του.
Για τον Δίανδρο, αυτό είναι η αναγνώρισις. Ο Σπαρτιάτης συμπολεμιστής του, τον αναγνώρισε σαν ίσο του. Έ, μικρό Θεσπιάκι, σκέφθηκε ο γέρο-Κρατίδας. Ίσως αυτή να είναι η πρώτη σου μάχη, αλλά σίγουρα η τελευταία σου…
Η γραμμή των Μήδων φάνηκε ξεκάθαρα. Μερμήγκια οι βάρβαροι. Ατελείωτες χιλιάδες. Πανύψηλοι, μελαψοί άνδρες με τη μικρή ασπίδα και στα χέρια το τόξο και το βέλος. Πίσω κρεμότανε η φαρέτρα με τα βέλη και πολύχρωμα φτερά στην πίσω άκρη τους. Ξαφνικά, ο ρυθμός των κροτάλων άλλαξε, η ελληνικά παράταξη σταμάτησε, οι Πέρσες αλαλάξανε.
« Φοβούνται, φοβούνται να ζυγώσουν, φώναξε ένας λοχαγός των αθανάτων. Αυτό ήτανε, παιδιά πάνω τους.»
Και καθώς το αργοκίνητο μηδικό στράτευμα κίνησε μπρος άτακτα, οι Σπαρτιάτες με τους Θεσπιείς βάλανε μπρος το δεύτερο μέρος του σχεδίου: Υποχώρηση συνταγμένη και τακτική, σύμφωνα μα τον ρυθμό των κροτάλων.
Χωρίς να γυρίσουν την πλάτη στον εχθρό, αυτό απαγορευότανε ρητά στους Σπαρτιάτες, άρχισαν να υποχωρούν διατηρώντας μια σταθερή απόσταση από τους Μήδους, τόση που να μην τους φθάνουν τα βέλη. Σιγά – σιγά φθάσανε στο στενό, μεταξύ των βράχων του Καλλίδρομου και της ακτής του Μαλιακού. Οι Πέρσες ακολουθώντας τους και ζητώντας την επαφή μαζί τους, μπήκαν κι αυτοί μέσα στο στενό. Εκεί τα κρόταλα άλλαξαν πάλι ρυθμό, αρχίσανε να χτυπάνε ξέφρενα. Επίθεση!
Οι Σπαρτιάτες και οι Θεσπιείς ορμάνε μπρος και πιάνουν επαφή με τους Πέρσες. Τα λίγα βέλη δεν τα φοβούνται. Στην μικρή απόσταση που τους χωρίζει από τους Μήδους, και που την διανύουν τρέχοντας, βάζουνε τις ασπίδες τους πάνω από το κεφάλι. Τα βέλη ακούγονται να χτυπάνε πάνω σ’ αυτές. Μέχρι που η απόσταση μηδενίζεται. Τώρα τον λόγο έχουν οι αιχμές των ελληνικών ακοντίων, που χώνονται στις απροστάτευτες σάρκες των αθανάτων. Οι χρυσοκέντητοι χιτώνες δεν τους προστατεύουν. Κάνουν να το βάλουν στα πόδια, αλλά καθώς οι από πίσω εξακολουθούν να μπαίνουν στο στενό, συνεχίζοντας την προέλαση, τους εμποδίζουν να το σκάσουν. Και αρχίζει η σφαγή με την μαθηματική ακρίβεια, που είχε προβλέψει ο Λεωνίδας.
Οι Σπαρτιάτες βρίσκονται στο στοιχείο τους. Αυτοί οι γεννημένοι στρατιώτες ξέρουνε τα πάντα. Που θα χώσουνε το ακόντιο, που θα βαρέσουνε την σπαθιά, ώστε με την μικρότερη προσπάθεια να πετύχουνε το βαθύτερο τραύμα. Το πρόβλημά τους πια είναι πόσο θα αντέξουνε τα μπράτσα τους, να χτυπάνε τους εχθρούς. Τα κουφάρια γίνονται λόφος, ο ιδρώτας και το αίμα τρέχει ποτάμι.
Ο νεαρός Δίανδρος κάνει ότι κάνει ο πλαϊνός του ο γερό-Κρατίδας. Βλέπει και κάνει. Βλαστημάει αυτός, το ίδιο κι ο Δίανδρος. Φωνάζει ο Κρατίδας, το ίδιο κι αυτός.
Σε λίγο παίρνουν εντολή ν’ αφήσουν την εφεδρεία να περάση μπροστά. Τα χέρια τους έχουν κοπεί. Όχι τόσο του Κρατίδα . Αυτός είναι μηχανή, θα μπορούσε μέχρι το βράδυ να χτυπάει. Αλλά θέλουν και οι άλλοι να μπούνε στο πανηγύρι. Έτσι περάσανε πίσω να ξεκουραστούνε και να ακονίσουνε τα όπλα τους που αρχίσανε να στομώνουνε. Εκεί μάθανε ότι ένας Θηβαίος κατάσκοπος, που πιάσανε , είπε ότι οι Πέρσες είναι τόσοι πολλοί που με τα βέλη τους θα σκεπάσουνε τον ήλιο.
« Στ’ αρχίδια μας » είπε ένας Σπαρτιάτης ενωμοτάρχης, ο Διηνέκης, « Θα πολεμάμε στην σκιά »
Ο Δίανδρος πεσμένος ανάσκελα στο χώμα και ξεπνεμένος από την κούραση σηκώθηκε να δη το πρόσωπο του Σπαρτιάτη που έδωσε την απάντηση αυτή. Ήταν ένας καλογυμνασμένος άνδρας με μέτριο ανάστημα κάπου σαράντα χρονών, τίποτα ιδιαίτερο. Ένας απλός στρατιώτης, Σπαρτιάτης όμως, τίποτα παραπάνω τίποτα παρακάτω.
Το μακελειό μπροστά συνεχιζότανε. Μέχρι και λιβυκά άρματα με αραβικές καμήλες εμφανίζονται. Το αποτέλεσμα σταθερά το ίδιο.
Σε λίγο έγινε σούσουρο στα μετόπισθεν των Ελλήνων. Ένας τυφλός Σπαρτιάτης, που σε κάτι αψιμαχίες περιπόλων χτυπήθηκε στα μάτια κι έχασε το φως του και πήρε αναρρωτική, μαθαίνοντας τα γεγονότα διέταξε τον είλωτά του να τον οδηγήση στην μάχη.
Αυτοί λοιπόν είναι οι Σπαρτιάτες; σκέφθηκε ο Δίανδρος. Πολλά είχε ακούσει γι’ αυτούς, αλλά αυτά που έβλεπε ξεπερνάγανε κάθε φήμη.

Το μεσημέρι μάταια περίμενε ο βασιλιάς των βασιλιάδων τον πρίγκιπα - στρατηγό, να φάνε μαζί. Σε λίγο ήλθε το μαντάτο. Ο πρίγκιπας – στρατηγός σκοτώθηκε στην μάχη, μαζί με τους επίλεκτους αθανάτους του. Αυτό που φοβότανε ο Ξέρξης είχε γίνει. Η μεγαλοπρεπής προέλασή του, πήγαινε να γίνη ένας δεύτερος Μαραθώνας. Έχασε την ψυχραιμία του.
« Μπαζώστε την θάλασσα να φαρδύνει το στενό.»
Εκείνη την στιγμή έρχεται ο διοικητής της προσωπικής του φρουράς, ο γενναίος Τισαφέρνης.
« Μεγαλειότατε, ένας ντόπιος ξέρει, λέει, ένα μονοπάτι και μπορεί να μας οδηγήσει πίσω από τις γραμμές των Ελλήνων.»
« Αυτό είναι η μόνη μας ελπίδα », αναφώνησε ο βασιλιάς.
Σε λίγο η συμφωνία είχε κλείσει. Λεφτά, τιμές, δόξες για τον Εφιάλτη, τον βοσκό από τον Μαλιακό και εκδίκηση για τις ταπεινώσεις που τράβηξε η μηδισμένη οικογένειά του μετά την μάχη του Μαραθώνα. Την άλλη μέρα, στα νώτα των μαχομένων Ελλήνων φάνηκαν οι χίλιοι Πέρσες με τον Τισαφέρνη. Τους πέρασε όλο το βράδυ ο Εφιάλτης από έναν κατσικόδρομο, < την ανοπαία >, που την φύλαγαν οι Φωκαείς. Αλλά μόλις είδαν τους Πέρσες, τραβήχθηκαν πιο πάνω για να αμυνθούν καλλίτερα, όμως οι Μήδοι αντί να πολεμήσουν συνέχισαν για τις πλάτες των Θερμοπυλών.
Το τέλος είναι θέμα χρόνου.
Η ιστορία δεν διαλέγει μέσα συγγραφής. Γράφεται και με την προδοσία.
« Γενναίοι Έλληνες, άρχισε ο Λεωνίδας μετρώντας σαν Λάκωνας τις λέξεις του, εμείς πρέπει να κάτσουμε εδώ. Γνωρίζετε γιατί! Εσείς είστε ελεύθεροι να φύγετε. Πάρτε τους άνδρες και σωθείτε. Ίσως στον Ισθμό να είστε πιο χρήσιμοι. »
Αυτά ήταν όλα όσα είπε.
Όλοι συμφώνησαν. Εκτός από τους Θεσπιείς. Ο αρχηγός τους ο Δημόφιλος, μόνος έλαβε τον λόγο:
« Λεωνίδα, βασιλιά της ένδοξης Σπάρτης, οι στρατιώτες μου κι εγώ, θα μείνουμε εδώ και θα πολεμήσουμε μαζί σας. Δεν θα σε αφήσω να πάρης μόνος την δόξα των Θερμοπυλών…»
« Να τους κάνουμε μεγάλη ζημιά », βρυχήθηκε ο Λεωνίδας.
Τώρα πια περιθώρια για εφεδρείες και καιρό να ξαποστάσουν δεν είχανε οι Έλληνες. Τα μέτωπα γίνανε δύο.
« Ορμάτε εμπρός να ανακατευτούμε με τους δικούς τους, για να μην μπορούν να τοξεύσουν οι πίσω.»
Πού να τοξεύσουν οι βασιλικοί φρουροί του Τισαφέρνη; Οι αθάνατοι και οι Έλληνες είχαν γίνει ένα πράγμα. Τα σφάξιμο συνεχιζότανε τώρα με μεγαλύτερη λύσσα. Κάθε ελληνικό κτύπημα ήταν μια κι έξω.
Ο ποταμός των βαρβάρων είναι ακατάσχετος. Σφάζονται συνεχώς, αλλά όλο και περισσότεροι έρχονται.
Ξαφνικά εμφανίζονται και Αιθίοπες.
« Τι είναι αυτοί με τις προβιές από λεοπαρδάλεις, που αντί για περικεφαλαία φοράνε το δέρμα αλόγων και πώς είναι έτσι βαμμένοι άσπροι και κόκκινοι;»
Απάντηση Λακωνική.
« Αδιαφόρησε, σφάζε!»
Πίσω οι αξιωματικοί τους με τον βούρδουλα τους σπρώχνουν στην μάχη. Ο αγώνας διεξάγεται πάνω στα πτώματα.
« Βαράτε τα βέλη σας στον σωρό », διέταξε ο Τισαφέρνης.
« Μα, στρατηγέ μου, θα κτυπήσουμε και τους δικούς μας, τους αθανάτους ».
Αυτός που δίστασε έπεσε νεκρός απ’ το σπαθί του Τισαφέρνη.
« Είναι ο μόνος τρόπος να ξεμπερδέψουμε μ’ αυτούς τους διαόλους », είπε φοβισμένος, τα βέλη του έδιναν την ασφάλεια της αποστάσεως από τα σπαθιά των Ελλήνων.
Τα βέλη τώρα πραγματικά κάλυψαν τον ήλιο. Οι νεκροί και οι τραυματίες πλήθαιναν, οι όρθιοι λιγόστευαν.
Ο Λεωνίδας διατάζει δυο Σπαρτιάτες, τους πιο καλούς κολυμβητές, να πέσουν στην θάλασσα και κολυμπώντας να πάνε το μήνυμα του χαμού τους στους εφόρους της Σπάρτης. Τότε έγινε κάτι πρωτοφανές στα χρονικά του σπαρτιατικού στρατού, οι δυό στρατιώτες Αριστόδημος και Εύρυτος αρνούνται να εγκαταλείψουν την μάχη. Ο Δίανδρος τα έχει χαμένα, τόσες μέρες δεν άκουσε στρατιώτη να παρακούη ενωμοτάρχη, και αυτοί οι δύο λένε όχι, στον Λεωνίδα! Η διαταγή είναι άμεση, ή υπακούουν ή εκτελούνται.
« Τον Λεωνίδα τον θέλω ζωντανό », είχε δώσει διαταγή ο βασιλιάς των βασιλέων.
Ένα βέλος του τρύπησε την πλάτη. Ο Βασιλιάς λύγισε κι έπεσε. Ίσως νάναι ο μόνος βασιλιάς της Σπάρτης που δέχθηκε ποτέ βέλος στην πλάτη. Και η περίπτωση αυτή ήτανε η μόνη που δεν σήμαινε ντροπή.
« Να κρατήσουμε το σώμα του βασιλιά μας ανέπαφο », φώναξε ο Κρατίδας στον Δίανδρο.
Και οι δυο στράφηκαν κατά κει. Τα βέλη έπεφταν βροχή κι αυτοί κτυπάγανε ωμοπλάτες και σπάλες και λαιμούς. Άνοιγαν δρόμο για το ύψωμα του Κολωνού. Εκεί μαζεύτηκαν όσοι μπορούσαν να σταθούν, γύρω απ’ τον νεκρό βασιλιά τους.
Σε λίγο γύρω τους μαζεύτηκαν χιλιάδες βάρβαροι, κανείς δεν τολμά να ζυγώση. Επικρατεί ηρεμία. Μόνο οι πονεμένες φωνές των πληγωμένων ακούγονται.
Ο βασιλιάς των βασιλέων έχει ζωτική ανάγκη για το ηθικό των στρατιωτών του, αλλά πιο πολύ για το δικό του, να παραδοθούν μερικοί απ’ αυτούς τους δαιμόνους. Στέλνει αντιπροσωπεία και τους προσφέρει τον ουρανό με τ’ άστρα. Η απάντηση όμως : « Θα μείνουμε με τον βασιλέα μας ».
Χιλιάδες βέλη σηκώνονται και πέφτουν, ο Κρατίδας σε λίγο γονάτισε, ένα βέλος καρφώθηκε στον λαιμό του. Γυρνώντας στον Δίανδρο με μια τελευταία προσπάθεια : « Σε λέω Σπαρτιάτη, του ψιθύρισε. Πες με Θεσπιέα ! »
Και σωριάστηκε νεκρός.
Σε λίγο κανένας δεν είχε μείνει όρθιος από τους Έλληνες. Οι Πέρσες όμως ανεβασμένοι πάνω σε λόφους που σχημάτιζαν τα κουφάρια των δικών τους εξακολουθούσαν να τοξεύουν τους νεκρούς Έλληνες μέχρι που ο ήλιος κρύφθηκε πίσω από το Καλλίδρομο.

« Ώ ξείν αγγέλειν Λακεδαιμονίοις ότι τήδε κείμεθα τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι »




Απάντηση

Επιστροφή στο “Βιβλίο”